Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

Δωδώνη, το ιερό και το μαντείο


Φημισμένος αρχαιολογικός χώρος στη στενή κοιλάδα που εκτείνεται ανατολικά του ορεινού όγκου του Τόμαρου (Ολύτσικα), σε απόσταση 20 περίπου χιλιομέτρων νότια – νοτιοδυτικά από την πόλη των Ιωαννίνων, το ιερό της Δωδώνης
υπήρξε το θρησκευτικό κέντρο της βορειοδυτικής Ελλάδας, όπου λατρευόταν ο Δίας, ο υπέρτατος θεός των αρχαίων Ελλήνων.
Η χρήση της τοποθεσίας ανάγεται στους Προϊστορικούς Χρόνους, και πιο συγκεκριμένα στην Εποχή του Χαλκού. Πρώτη λατρεία ήταν κατά τα φαινόμενα αυτή της θεάς Γης, αλλά κυρίαρχη λατρεία υπήρξε εκείνη του Δωδωναίου Δία (μαζί του λατρευόταν η σύζυγός του και μητέρα του Έρωτα, Διώνη), που εισήχθη στη Δωδώνη από τους Σελλούς, κλάδο των Θεσπρωτών. Αφιερώματα από τη Νότια Ελλάδα άρχισαν να εμφανίζονται στο ιερό της Δωδώνης από τον 8ο αιώνα π.Χ.
Από τους Προϊστορικούς Χρόνους έως τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. η λατρεία ήταν υπαίθρια, γύρω από την ιερή βελανιδιά όπου κατοικούσε το θείο ζεύγος (Ζευς και Διώνη). Από το θρόισμα των φύλλων του δέντρου και το πέταγμα των πουλιών που φώλιαζαν στο φύλλωμά του, οι υποφήτες (ιερείς) του ξακουστού μαντείου έδιναν στους θνητούς τούς χρησμούς ερμηνεύοντας τη θεία βούληση.
Η έναρξη της οικοδομικής δραστηριότητας στη Δωδώνη τοποθετείται στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Το ιερό απέκτησε την τελική μορφή του και γνώρισε την ύψιστη ακμή του τον 3ο αιώνα π.Χ., στα χρόνια της βασιλείας του Πύρρου (297-272 π.Χ.). Καταστράφηκε το 219 π.Χ. από τους Αιτωλούς, αλλά οικοδομήθηκε εκ νέου και λειτούργησε έως την καταστροφή του από τους Ρωμαίους, το 167 π.Χ.
Κατά τους Ρωμαϊκούς Χρόνους το ιερό της Δωδώνης λειτούργησε με άλλο χαρακτήρα και το θέατρο μετατράπηκε σε αρένα. Στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., επί Θεοδοσίου Α’ του Μεγάλου (379-395), οικοδομήθηκαν στο χώρο του ιερού χριστιανικές βασιλικές και κόπηκε η ιερή βελανιδιά.
Τα σημαντικότερα μνημεία του αρχαιολογικού χώρου της Δωδώνης είναι τα εξής:

η ιερά οικία ή ναός του Δία, το σπουδαιότερο κτίσμα του ιερού (με τέσσερις τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις)
το θέατρο (κατασκευάστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ., επί Πύρρου, και ήταν χωρητικότητας 15.000-17.000 ατόμων)
το βουλευτήριο, όπου συνεδρίαζε το Κοινό των Ηπειρωτών
το πρυτανείο, οικοδόμημα διοικητικού χαρακτήρα
το στάδιο (τέλη 3ου αιώνα π.Χ.)
η οικία των ιερέων (κατάλυμα των ιερέων του Δία ή των ηγεμόνων του Κοινού των Μολοσσών)
η ακρόπολη (η κορυφή του λόφου περιβάλλεται από ισοδομικό τείχος του 4ου αιώνα π.Χ., ενισχυμένο κατά τόπους με ορθογώνιους πύργους) www.in.gr