Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Κολονοσκόπηση: Πότε πρέπει να γίνεται και τι δείχνει

giatros-in.gr

Κολονοσκόπηση: Πότε πρέπει να γίνεται και τι δείχνει

Η κολονοσκόπηση είναι η ασφαλέστερη προληπτική εξέταση για τη μείωση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου.

Στόχος της είναι η ανίχνευση και αφαίρεση των πολυπόδων του παχέος εντέρου που μπορούν να εξελιχθούν σε καρκίνο.


Γι’ αυτό και η αξία της δεν είναι μόνο διαγνωστική αλλά και θεραπευτική, αφού μπορεί να αφαιρέσει τις πιθανές βλάβες.

Τέτοιες είναι τα αδενώματα, δηλαδή οι βλάβες που οδηγούν στον καρκίνο του παχέος εντέρου, αλλά και οι «υπερπλαστικοί» πολύποδες που συνδυάζονται με διάφορα σύνδρομα καρκίνου.

Πότε πρέπει να γίνεται

Ο έλεγχος για τον καρκίνο του παχέος εντέρου αρχίζει γύρω στα 50 έτη. Εξαιρούνται βέβαια οι ομάδες που είτε έχουν παθήσεις που θεωρούνται προκαρκινικές (όπως η ελκώδης κολίτιδα) είτε υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καρκίνου.

Αν κάποιος είναι υγιής, αλλά έχει συγγενή 1ου βαθμού με αδενοκαρκίνωμα του παχέος εντέρου που αναπτύχθηκε σε ηλικία κάτω των 50 ετών, ο ίδιος θα αρχίσει προληπτικές κολονοσκοπήσεις 10 χρόνια νωρίτερα από την ηλικία που είχε ο συγγενής που ανέπτυξε καρκίνο.

Αν σε κάποια οικογένεια υπάρχουν πάνω από ένα μέλη με καρκίνο του εντέρου ή συσσώρευση καρκίνων από διάφορα όργανα, τότε όλη η οικογένεια πρέπει να διερευνηθεί όχι μόνο με ενδοσκόπηση αλλά και γενετικό έλεγχο για να ελεγχθεί αν υπάρχει συγκεκριμένο κληρονομικό σύνδρομο καρκίνου για το οποίο έχουν διατυπωθεί κατευθυντήριες οδηγίες ελέγχου.

Αν κάποιος συγγενής ανιχνευθεί με άπειρους πολύποδες στο παχύ έντερο ή καρκίνο που αναπτύχθηκε σε κάποιον από αυτούς τους πολύποδες έχει πιθανότατα σύνδρομο οικογενούς αδενωματώδους πολυποδιάσεως.

Τα μέλη αυτής της οικογένειας πρέπει να αρχίσουν ενδοσκόπηση ήδη από τη 2η δεκαετία της ζωής.

Οι ασθενείς με εκτεταμένη ελκώδη κολίτιδα ή Crohn κολίτιδα πρέπει επίσης να ενδοσκοπούνται αρχίζοντας στα 8 χρόνια από τότε που άρχισαν τα συμπτώματα και όχι από την ημερομηνία της επίσημης διάγνωσης.

Τα νεώτερα ενδοσκόπια σε συνδυασμό με τεχνικές μεγέθυνσης της εικόνας, αντιθέσεως και χρωμοενδοσκόπησης βοηθούν πολύ στην ανίχνευση ακόμη και πολύ μικρών βλαβών που ήταν αόρατες με τα κοινά ενδοσκόπια.