Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

… Μικρός χαιρετισμός στο νέο μας Αρχιμανδρίτη…




Θ’ αρχινήσω με ένα παραμύθι. Άρεσαν τα παραμύθια στον Ιησού, όταν ένιωθε στη γης το χνώτο των ανθρώπων κι έτρωγε από το ψωμί τους. Έπινε νερό από τη πηγή ή από σκαφτό πηγάδι κι έσβηνε τη δίψα Του, ευχαριστώντας το Πατέρα Του στον Ουρανό. Γευόταν τις μικρές χαρές κι άλλοτε τις μεγάλες στεναχώριες των ανθρώπων κι ήξευρε πως ήταν μαθήματα ζωής. Και πίσω από τον κάθε άνθρωπο, καλό ή αμαρτωλό, έβλεπε τον αδελφό Του. Κι όσο πιο αμαρτωλός ήταν, τόσο περσότερο τον σπλαχνιζόταν και τον αγαπούσε. Γι’ αυτόν πιότερο γνοιαζόταν, για το πρόβατο και το αρνί που χάθηκε πίσω από τ’ αγκάθια, παρά για κείνους που ήξευραν το νόμο και την ερμηνεία των Γραφών.
Του άρεσαν τα παραμύθια του Χριστού. Μ’ αυτά μιλούσε κι έλεγε τρανές αλήθειες. Τ’ άκουγε με προσοχή ο όχλος, παναπεί το πλήθος των απλοϊκών αγράμματων, και μετά σαν γύριζαν στα φτωχοκάλυβα κάθουνταν γύρω από τη φωτιά, μαγειρεύοντας λίγο χυλό, άλλοτες λίγο πλιγούρι, κι έψαχναν πίσω από τις λέξεις να βρουν το νόημα.
Το παραμύθι μου δεν είναι δυσκολοκατανόητο. Δεν είναι σοφού παραβολή. Είναι σαν το παραμύθι του παππού στον εγγονό:
[[ Κάποτε στην ανατολική καστρόπορτα μιας τρανής πολιτείας ήταν ένας μαρμαρένιος θρόνος• στο θρόνο αυτόν κάθισαν χίλιοι βασιλιάδες τυφλοί στο δεξό μάτι• χίλιοι βασιλιάδες τυφλοί στο ζερβό μάτι• χίλιοι βασιλιάδες που έβλεπαν και με τα δυο τους μάτια- κι όλοι φώναζαν το Θεό να προβάλει να τον δούνε• μα όλοι κατέβηκαν στο μνήμα, χωρίς να τον δουν. Κι ήρθε, σαν έφυγαν οι βασιλιάδες, ένας φτωχός άνθρωπος, ξυπόλυτος και πεινασμένος, και κάθισε: « Θεέ μου » μουρμούρισε « τα μάτια του ανθρώπου δεν αντέχουν ν’ αντικρίσουν τον ήλιο, τυφλώνεται• πώς να μπορέσουν το λοιπόν ν’ αντικρίσουν εσένα, Παντοδύναμε; Λυπήσου, Κύριε, γλύκανε τη δύναμή σου, χαμήλωσε τη λάμψη σου, για να μπορέσω κι εγώ ο φτωχός κι ανήμπορος να σε δω! » Και τότε, γίνηκε ο Θεός ένα κομμάτι ψωμί, μια κούπα δροσερό νερό, ένα ρούχο ζεστό, μια καλύβα• και μια γυναίκα μπροστά από τη καλύβα ποθυ βύζαινε ένα μωρό. Κι ο φτωχός άπλωσε τις αγκάλες, χαμογέλασε ευτυχισμένος: « Ευχαριστώ σε, Κύριε » μουρμούρισε• « ταπεινώθηκες για το χατίρι μου, γίνηκες ψωμί, νερό, ρούχο ζεστό, γυναίκα και γιος μου, για να σε δω• και σε είδα• σκύβω και προσκυνώ το πολυπρόσωπό σου πρόσωπο, το αγαπημένο! » ]]
Αυτόν τον πολυπρόσωπο, μα συνάμα απλό Θεό, ανέλαβες, αδερφέ μας αγαπημένε π. Δανιήλ, να υπηρετήσεις και να φανερώσεις στα πρόβατα, που σου παράγγειλε να ποιμάνεις ο Μεγάλος Ποιμενάρχης. Αν ο Πατέρας μας ταπεινώνεται και γίνεται χώμα και νερό, χόρτα και λούλουδα του λιβαδιού, πουλιά του ουρανού και ζώα του αγρού, φτωχός μεροκαματιάρης και ξωμάχος της ζωής, φαντάσου πόση ταπείνωση περιμένει από σένα. Αν ο Γιος Του ταπεινώθηκε να ζήσει στο μαραγκούδικο του Ιωσήφ και μετά, όταν δίδασκε τα πλήθη, να πει: « αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε υιός του ανθρώπου ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη », φαντάσου πόση ταπεινότητα πρέπει να δείξεις εσύ. Το κάθε σου βήμα να οδηγεί η σκέψη « ουκ ήλθον διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν μου λύτρον αντί πολλών ».
Ο κόσμος έχει μπουχτίσει από περιορισμούς και εκκλησιαστικές απαγορεύσεις. Η κοινωνία δεν είναι μοναστήρι για αυστηρούς περιορισμούς και υπακοή. Οι λαϊκοί θέλουν κατανόηση και μεγάλη καρδιά, έτοιμη να συγχωρήσει να πει « άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι ». Θέλουν να τους εμπνεύσεις τη θεοσέβεια, να μη χρησιμοποιήσεις λόγια θεοφοβίας. Ξεδιάλυνε και τόνισε στον κόσμο, πως ο Πατέρας δεν είναι ο αυστηρός τιμωρός, αλλά ο Πανάγαθος που περιμένει με αγωνία την επιστροφή του άσωτου για να του δώσει το δαχτυλίδι Του και να σφάξει το μόσχο το σιτευτό.
Τώρα δεν έχεις προσωπική οικογένεια. Όλος ό κόσμος είναι η οικογένειά σου. Το διαβάζουμε στο ευαγγέλιο του Ματθαίου: « Έτι δε αυτού λαλούντος τοις όχλοις ιδού η μήτηρ και οι αδελφοί αυτού ειστήκεισαν έξω, ζητούντες λαλήσαι αυτώ. είπε δε τις αυτώ• ιδού η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου εστήκασιν έξω ζητούντες σε ιδείν. ο δε αποκριθείς είπε τω λέγοντι αυτώ• τις εστιν η μήτηρ μου και τίνες οι αδελφοί μου; και εκτείνας την χείρα αυτού επί τους μαθητάς αυτού έφη• ιδού η μήτηρ μου και οι αδελφοί μου.»
Η πνευματική περιπέτεια που βίωσες και βιώνεις είχε καθαρά κοσμικό κίνητρο. Αιτία ήταν η πλεονεξία. Πειρασμοί γύρω μας υπάρχουν ένα σωρό και για σας τους κληρικούς ακόμα περισσότεροι. Μα εσείς έχετε αταλάντευτη τροχιά ζωής που καθορίζεται από τους λόγους Εκείνου στον Οποίο υποσχεθήκατε να αφιερώσετε τη ζωή σας: « μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης…, θησαυρίζετε θησαυρούς εν ουρανώ…, ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν…, ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά ».
Προσπάθησε να γεφυρώσεις το χάσμα που δημιούργησαν άλλοι συλλειτουργοί σου ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο. Κι αν κάποιοι από μας βγάζουν εωσφορική αναίδεια, δεν το κάνουν από κακία. Ίσως να είναι κι από την αγωνία τους να φτιάξουν με τα ξύλα του μυαλού τους γέφυρα που να ενώσει αυτές τις δυο μεριές, εκείνη του Θεού και την άλλη του ανθρώπου. Μπορεί να είχε δίκιο σε όσα έγραψε ο μεγάλος στοχαστής:
« Μεγάλα πράματα γίνουνται όταν Θεός κι άνθρωπος σμίγουν• ο Θεός, χωρίς τον άνθρωπο δε θα ‘χε στη γης ετούτη ένα μυαλό να καθρεφτίζει νοητερά τα πλάσματά του και να ερευνάει με αναίδεια και τρόμο τη σοφή του παντοδυναμία• δε θα ‘χε στη γης ετούτη μια καρδιά, που να πονάει για ξένες έγνοιες και να μάχεται να δημιουργήσει αρετές και στεναχώριες, που ο Θεός δε θέλησε ή ξέχασε ή φοβήθηκε να πλάσει• φύσηξε όμως απάνω στον άνθρωπο και του ‘δωκε τη δύναμη και την αποκοτιά να συνεχίσει τη δημιουργία. »
Μ’ αυτή την αποκοτιά έγραψα κι εγώ τα παραπάνω λόγια για να σου ευχηθώ από καρδιάς καλή επιτυχία στο έργο σου, ώστε στο τέλος να πεις: « τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστην τετήρηκα• λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι ο Κύριος… »
ΑΞΙΟΣ!!!